Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Πώς έγινα έτσι...


Πως έγινα έτσι... πως εκατάντησα... έχουν δίκιο οι αναρχικοί που γράφουν στον τοίχο: "Θέλουν να κάνουν το μυαλό μας κομπόστα".  Βλέπω το να γίνεται.  Πως ήταν η ατάκα "I see dead people";  Που πότε έχασα την μιλιά μου; Που πότε σιωπώ αμα με προσβάλουν μες τα μούτρα μου;  Εγώ εν άφηνα τίποτε να πέσει κάτω, εκαθάριζα πριν καν προλάβε ο άλλος να πεί μισή κουβέντα για μένα.  Ήμουν ίσια, πάντα ήμουν ίσια... περήφανη... πως καταδέχομαι τωρά να χαμηλώνω το κεφάλι;  Τζαι όι μονο να το χαμηλώνω αλλά να θέλω να μιλήσω και αντί για τούτο να βγαίνουν λυγμοί και να προσπαθώ να συγκρατήσω τα δάκρυα.  Εγώ! Ποιά είσαι εσυ κυρία μου; Α;  πέμου τι έκαμες στη ζωή σου που σε καθιστά ανώτερη που μένα. Τι έκαμες; Ξέρεις τον manager τζαι τον ιδιοκτήτη;  Αν είχα αρχίδια θα σου έλεα "Στ’ αρχίδια μου!" Αλλά εν έχω. 

Συγχαρητήρια! Μπήκες στο πνεύμα. Μην μιλήσεις γιατί κινδυνεύεις.  Εν αντροπή να μάθει ο προϊστάμενος σου ότι έχεις πρόβλημα, ή οτι έκαμες πρόβλημα στην κολλητή του αφεντικού.  Τούτη έχει άκρες παντού.  Ασε που εννα φάεις το βρισίδι της χρονιάς σου.  Ξιτιμάζει όπως τον φορτηγατζή γέρημη. Εγώ πότε εξίχασα τζείνα ούλλα τα ωραία που ήξερα;  Μάλλον έγινα πολλά καθως πρέπει.  Ήρεμα. Σκέφτου ότι η θεία σου που δουλεύκει πολλά χρόνια τζιαμέ εβοήθησε σε να έβρεις την δουλειά, εν κρίμα να την απογοητεύσεις. 

"Ατε κανεί να χαμογελάς! Ήντα μπου χαμογελας; Εννα φκάλεις τίποτε φωτογραφία;"  Μα γαμώ την ιστορία μου ρα σhύλλα εννα μεν χαμογελάσω στα πλάσματα όξα ετσακρισες που το κακό σου ρα μαλακισμένη που επήες κουνιστή λυγιστή να μιλήσεις του αράπη του σhεσολίρη τζαι έτυχε να τον ξερω τζαι εγώ τζαι εκαλοσώρισα τους μετά που σένα. Μαλακισμένη! Φοάσαι άμπα τζαι χάσεις που τες δημόσιες σχέσεις γαμώ την ιστορία σου; Έχεις τα πλακάκια με τον μάνατζερ τζαι εννα σου πιάσω τα πρωτεία στην μόστρα;  Νομίζεις χαλά με να μεν τους μιλώ τζαι να είμαι όπως νοιώθω; Αλλά αν είμαι όπως νοιώθω εννα μπω μέσα τζαι με το καλημέρα εννα μουπ πεις : "Νάμπον τζείνη η φάτσα;"  Ποθκιάντραπη! Καλά την έσhεις! Να δούμε πόσα πιττατζιάζεις.  Πέρκι να έσhεις τζαι μετοχές! Γαμώτο! Τωρά τζαι αν την εφάμεν!

Κάθετε τζαι σχολιάζει τζιόλας τζαι λαλεί της άλλης: "Ένι μπορώ την βλακεία."  Α;; ακουσα καλά;; εν σε μένα που επήενε τούτο; Ενι ξέρω αλλά ενευρίασα τζαι αντί να πολοηθώ έσκασα! Όι ρε γαμώτο! Έσκασα! Τζαι εν της έσυρα την μπασκέτα με τα ποτήρια πας την κελλέ της γαούρας. Που νομίζει ότι κρατά τον θεό που τα αρχίδια!  Τι είσαι μάναμου;  Ποιά είσαι;  Ε ρε τζαι να ‘χα την δύναμη να της τα πω.  Αλλά κατι ξερουν τζαι οι άλλοι που δουλεύκουν τόσα χρόνια μαζί της. Εμάθαν να σκάζουν τζαι περνουν.  Τζαι τζείνο που εν κάμνω καθόλου χάζι, εν ότι η διασκέδαση τους τζαι τα αστεία τους με τες άλλες ενι να ξιτιμάζουντε τζαι χασκογελούν οι κάριες! Αν τες εκτιμά τζείνες πιο πολλά που μένα, με γειά της με χαρά της!  Ας γαμιέτε!      

Τωρά τι κάμνουμεν;  Το κέρατο μου.  Να μου ταράσσει τα νεύρα μου ο πελλός, να κλαίω όπως το μωρό τζαι να μεν έχω τη δύναμη να πάω να βοηθήσω της μάνας μου!  Εκουράστηκα! 

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Που είσαι; Που να παω;


Πότε εννα αλάξουν τα πράματα;  Τζείνα που εν ίδια εδώ και πολλά χρόνια;  Γιατί; Εγώ εν το αξίζω; Α; πέμου θεέ μου καλώ για τι αξίζω, για τι είμαι καλή;  Γιατί είμαι τόσα χρόνια μόνη μου; Γιατί όσο περνά ο καιρός να νοιώθω πιο μόνη μου;  Τούτον ήταν; Τόσα αξίζω;  Εν με θωρείς που έχω τόσα να δώκω;  Εβαρήθηκα! Που επήεν η αγάπη;

Γιατί κάθε μέρα να βλέπω ανθρώπους που ζητούν μόνο που μένα; Με μάτια γεμάτα αγωνία και απληστία;  Λες και φταιω εγώ για την ζωή που έζησαν. Λες και πρέπει εγώ να τους δώκω τζείνα ούλα που έχασαν. Μα που εννα τα έβρω; Λες τζαι πρέπει εγώ να έβρω τζείνα ουλλα τα κομμάθκια ενός γυαλιού που εν σπασμένο δαμέ τζαι πάρα πολλά χρόνια τζαι να τα συναρμολογήσω.  Αφού εξιχάσαμεν ήνταλως ήταν πριν. Λες και πρέπει να επανορθώσω εγώ για κάτι. Για τι όμως;  Αφήστε μου τζαι εμένα τίποτε... εν με θωρείτε;  Εν με λυπάστε;  Αλλά κοιτάζετε με τζαι μόνο περιμένετε. Εν με βλέπετε.  Εν με βλέπετε που κλαιω... ότι τζαι να νοιώσω κλαιω... σαν να είναι το μόνο πράμα που ξέρω να κάμνω.  Που να το ξέρετε εσείς όμως... Τούτο το μαξιλάρι αν είχε στόμα να μιλήσει ήταν να σας πει πολλά.  Πόσες φορές εσhιόνισε μέσα σε τούτο το δωμάτιο... πόσες νύχτες έκαμε νερά τζαι πλημμύρες χωρίς κανένας να πάρει χαπάρι.  Ετρέχαν τα νερά μες τον διάδρομο τζαι εφώναζα τους να με αφήκουν να φύω... εν θέλω να πνιώ!  Αλλά την άλλη μέρα τα ίδια πάλε... στρατιωτάκι... χωρίς να σε ρωτήσουν αν θέλεις να το κάμεις, αν μπορείς να το κάμεις. Πρέπει να το κάμεις! Αλλιώς τι θα είσαι; Ένα τίποτε!  Μόνο άμα δουν τα μάτια σου λιο κόκκινα κάμνουν πως ξαφνιάζουντε και την κάνουν με ελαφρά αλλά επιδεικτικά πηδηματάκια.  Πόσες φορές θέλω να τους φτύσω τα δάκρυα μες τα μούτρα τζαι να τους πω: δετε με!! Εγώ είμαι! Έτσι όπως εκατάντησα, έτσι όπως με καταντήσετε!  Πού να σταθώ... ποιαν πέτρα να έβρω να κουμπήσω...

Οι πιο δικοί μου άνθρωποι εν έχουν ιδέα τι περνώ.  Ούτε και θέλω να τους πω. Όσο πιο λία ξέρουν τόσο το καλύτερο. Θα έπρεπε να καταλάβουν όμως. Έπρεπε να καταλάβουν που μόνοι τους ότι είμαι αδύναμη. Ούτε έχω το κουράγιο να συζητήσω. Ότι είπαμε, είπαμε!  Που δαμέ τζαι δα ότι καταλάβει ο καθένας. Τζαι ας πράξει ανάλογα.  

Πόσο μόνη μου νοιώθω... εν τολμώ να πιαστώ που τίποτε.  Εν θέλω να πιαστώ που τίποτε.  θέλω κάποιος να με πιάσει εμένα.  Να πιάσει το χέρι μου και να με οδηγήσει κάπου που εν θα εμπορούσα να πάω μόνη μου.  Να με αγκαλιάσει και να νοιώθω ασφάλεια.  Να μου δώσει φτερά τζαι να μου εξηγήσει πως χρησιμοποιούνται.
Πότε εννα έρτεις να πάμε έξω να ακούσουμε μουσική;  Τζείνη τη μουσική που ξέρει μόνο ο ουρανός να παίζει το απόγευμα με το μαγικό βιολί του. Που ακολουθούν τα βουνά με τα κρουστά και ο ήλιος με την φανταστική μου κιθάρα.  Η θάλασσα με την μαγική της φωνή, τζείνη που φκαίνει που τα έγκατα της γης.  Τζείνη την μουσική που παίζουν τα φώτα της πόλης, τζαι παρακολουθούμεν τα που μακριά.  Ή την μουσική που απλώνεται στα στενά δρομάκια του χωριού και το πλακόστρωτο, ή την μουσική που τρέσhει που τη βρύση.      

Εκουράστηκα.  Για πόσο εννα αντέξω ακόμα;  Πόσον ακόμα; Πόσον δρόμο έχω;  Τα δάκρυα κρούζουν ούλλο μου το πρόσωπο. Σε λλίο ενα πιάσουν φωθκιά.  

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Επίλογος


Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ’ όνειρα στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους.
Ζήσαμε πάντοτε αλλού.
Και μόνο όταν κάποιος μας αγαπήσει, ερχόμαστε για λίγο
κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον είμαστε κιόλας νεκροί.
Του Τάσου Λειβαδίτη.
Εγώ; Εγω ενα copy-paste έκαμα...


Τρίτη, 13 Μαρτίου 2012

Έγινε η απώλεια συνήθεια μας


Γλείφω το οξύ απ' τις ρωγμές των χειλιών σου
και προσπαθώ να σου απαλύνω τον πόνο.
Τα χρόνια που περάσανε μ' αφήσανε μόνο
να ψάχνω την πνοή μου στον νεκρό εαυτό σου.

Ζητάω βοήθεια από ανήμπορα χέρια
που ριγούν στην αγάπη και τον τρόμο.
Πήρες λάθος τον δικό μου δρόμο
και ψάχνεις το φως μου σε σβησμένα αστέρια.

Η απουσία σου μ' εξουθενώνει
και δεν μπορώ να συνηθίσω.
Νιώθω να προχωράω μπροστά
μα πάντα φτάνω πίσω.
Κι αυτή η αλήθεια με σκοτώνει.

Σβήνω τα ίχνη από τα ψέματά μας
παραπατάω στη σιωπή.
Έγινε η απώλεια συνήθειά μας
κι ο έρωτας μια άρρωστη κραυγή.