Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Η ρόδα


Ρόδα είναι και γυρίζει! Γεγονός! Η ζωή είναι γεμάτη στιγμές που ανακυκλώνονται και λόγια, σκέψεις, συναισθήματα. Ούλλοι ξέρουμε το, συμβαίνει... ζούμε τις ίδιες καταστάσεις, ούλλοι μας, σε διαφορετικό χρόνο ο ένας που τον άλλον.  Τζαι ύστερα ξαναζούμε τες που διαφορετική όμως θέση.  Τζαι βλέπεις τζείνα ούλλα που ένοιωθες εσύ για κάποιον, στα μάτια κάποιου άλλου.  Τζαι βρίσκεσαι εσύ στη θέση τζείνου, τζαι προσπαθείς να καταλάβεις πως ένοιωθε όταν ήταν στη θέση που βρίσκεσαι τζαι εσύ τωρά.  Αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι διαφορετικά και βλέπεις ότι οι καταστάσεις έχουν πολλές πλευρές που τις οποίες μπορείς να δείς τα πράματα. 

Εν σαν το πείραμα.  Ο Α νοιώθει Χ για τον Β.  Ο Β ή εν νοιώθει τίποτε, ή νοιώθει ΥΦΧΨ και Ω!  Έρκεται ο Γ τωρά και νοιώθει Χ για τον Α.  Επίσης ο Α για τον Γ νοιώθει ΥΦΧΨ και Ω! Τζαι τωρά;; Σε ποιο συμπέρασμα να φτάσεις... και τι να πεις... Το μόνο συμπέρασμα που βγαίνει είναι πως η ζωή είναι μια ρόδα.  Γυρίζει... κάποιες φορές πατά σε τζαι κάποιες φορές είσαι που την πουπάνω την πλευρά τζαι βλέπεις τζαι το δρόμο....

Αστεία αστεία εθύμισε μου το τραγούδι του Μάλαμα.  Καληνύχτα μαλάκα, η ζωή έχει πλάκα, έχει γούστο και φλόγα είναι κάτι σαν ρόδα.  Σε πατάει και σε παίρνει, μόνο ίχνη σου σέρνει...


Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα...

Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
είδα το βράδυ αυτό.
Κάποια χρυσή, λεπτότατη
στους δρόμους ευωδιά.
Και στην καρδιά
αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό,
στ' ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Ηλεκτρισμένη από φιλήματα
θα 'λεγες την ατμόσφαιρα.
Η σκέψις, τα ποιήματα,
βάρος περιττό.

Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιον ανέλπιστη χαρά,
για ποιες αγάπες
για ποιο ταξίδι ονειρευτό.

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ...

Τι νέοι που φτάσαμεν εδώ, στο έρμο νησί, στο χείλος
του κόσμου, δώθε απ' τ' όνειρο και κείθε απ' τη γη!
Όταν απομακρύνθηκεν ο τελευταίος μας φίλος,
ήρθαμε αγάλι σέρνοντας την αιώνια πληγή.

Με μάτι βλέπουμε αδειανό, με βήμα τσακισμένο
τον ίδιο δρόμο παίρνουμε καθένας μοναχός,
νοιώθουμε τ' άρρωστο κορμί, που εβάρυνε, σαν ξένο,
υπόκωφος από μακριά η φωνή μας φτάνει αχός.

Η ζωή διαβαίνει, πέρα στον ορίζοντα σειρήνα,
μα θάνατο, καθημερνό θάνατο, με χολή
μόνο, για μας η ζωή θα φέρει, όσο αν γελά η αχτίνα
του ήλιου και οι αύρες πνέουνε. Κι είμαστε νέοι, πολύ

νέοι, και μας άφησεν εδώ, μια νύχτα, σ' ένα βράχο,
το πλοίο που τώρα χάνεται στου απείρου την καρδιά,
χάνεται και ρωτιόμαστε τι να 'χουμε, τι να 'χω,
που σβήνουμε όλοι, φεύγουμ' έτσι νέοι, σχεδόν παιδιά!


Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2011

Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Τα τραγούδια της ήταν μόνο για `κείνον


Πρόκειται για μια πολλά όμορφη ιστορία. Τζείνη του ποιητή Κώστα Καρυωτάκη και την ποιήτριας Μαρίας Πολυδούρη.  Δύο άνθρωποι που, απ’ όσα κατάλαβα που τα λίγα ποιήματα τους που διάβασα και κάποια γράμματα, ένοιωσαν την έλξη, τον έρωτα, την αγάπη, την αρρώστια, την απαισιοδοξία, την λησμονιά, την άρνηση, ονειρεύτηκαν και αμέσως σκότωσαν τα όνειρα τους, πρόθυμοι να θυσιαστούν, πρόθυμοι να ζήσουν, πρόθυμοι να γελάσουν, πρόθυμοι να κλάψουν.  Δραστήριοι σε κάποιες προσπάθειες μάλλον να ξεχάσουν, ή να ξεχαστούν καταπιέζοντας θέληση και συναισθήματα.  Νοιώθοντας έντονα κατάφεραν και οι δυο να ξεδιπλώσουν τους εαυτούς τους και να τους καταγράψουν στο χαρτί με όμορφους στοίχους γεμάτους αισθήματα και συναισθήματα. 

Ο ένας απαισιόδοξος και ματαιόδοξος. Ο Καρυωτάκης.  Τελικά κατάφερε να οδηγήσει τον εαυτό του σε ένα τραγικό αδιέξοδο.  Δημόσιος υπάλληλος, μετατίθεται συνεχώς από πόλη σε πόλη, σε  μια Ελλάδα πολιτικά ασταθή που αλλάζει κάθε εννιά μήνες κυβερνήσεις.  Τελευταία του μετάθεση στην Πρέβεζα. Μια πόλη που μίσησε, που προσπάθησε να πνιγεί στην θάλασσα της και τελικά αυτοκτόνησε εκεί μ’ ένα πιστόλι κάτω από ένα δέντρο.

Η Μαρία Πολυδούρη, μια κοπέλα που ζει μόνη της στην Αθήνα, σπουδάζει στην νομική, φεμινίστρια, ρομαντική, ενθουσιώδης και με δίψα για ζωή.  Ερωτεύεται τον Καρυωτάκη και τα περισσότερα ποιήματα της μιλούν για την αγάπη της αυτή, την θέληση της, την απογοήτευση της, τα όνειρα της.  Ζει στο Παρίσι για κάποιο διάστημα όπου και αρρωσταίνει με φυματίωση και επιστρέφει στην Ελλάδα για να αναρρώσει.  Στο νοσοκομείο ζητά από έναν αφοσιωμένο θαυμαστή της να της χορηγήσει μορφίνη για να πεθάνει, όπως και έγινε...

Γνωρίστηκαν, ερωτεύτηκαν... σε λίγους μήνες ο Καρυωτάκης έμαθε ότι πάσχει από σύφιλη και της ζήτησε να χωρίσουν.  Η Πολυδούρη ήταν πρόθυμη να θυσιαστεί, να μείνει μαζί του και ας μην έκαναν παιδιά.  Για αυτήν δεν ήταν καν θυσία, ήταν αυτό που ήθελε να κάνει, ήταν αυτό που ήθελε να ζήσει, που δεν ήθελε να αφήσει, που αγαπούσε, που ήθελε να στηρίξει, να βοηθήσει, να αγαπήσει όσο πιο πολύ μπορεί, να δώσει, να πάρει, να ξαναδώσει... Αυτός δεν δέχτηκε τη θυσία της, ήθελε γι΄ αυτήν να ζήσει, να παντρευτεί, να κάνει οικογένεια... Ποιόν να παντρευτεί; Ποιόν να αγαπήσει; Με ποιόν να κάνει οικογένεια; Πως να ζήσει; Αφού όλος της ο κόσμος ήταν αυτός! Μέχρι την τελευταία της πνοή, το τελευταίο της γράμμα, το τελευταίο της ποίημα...

Η πρώτη μου επαφή με τη ζωή τούτων των δυο ανθρώπων ήταν μια σειρά της ΕΡΤ για τον Καρυωτάκη.  Και πρόσφατα αγόρασα ένα βιβλίο που περιέχει ποιήματα και γράμματα και των δυο όπου στον πρόλογο γράφει ότι το συγκεκριμένο βιβλίο έγινε για να "ενώσει ποιητικά για πάντα δυο ανθρώπους, τους οποίους διάφορες καταστάσεις και συγκυρίες δεν επέτρεψαν να ενωθούν στη ζωή". 

Μπορεί να εν σαν την ταινία με πρωταγωνιστές δύο ανθρώπους καθημερινούς, μορφωμένους, με ενδιαφέροντα, χωρίς να είναι ο κύριος Τέλειος και η κυρία Τέλεια, αντιθέτως...  Έχτισαν μια σχέση μεταξύ τους αμοιβαίου σεβασμού και αγάπης για πάντα αν και ζούσαν μακριά ο ένας από τον άλλον. Το τέλος σίγουρα ήταν άδοξο... Ο ένας αυτοκτόνησε στα 32 του και η Πολυδούρη πεθαίνει, δυο χρόνια μετά, σ’ ένα νοσοκομείο στα 28 της.  Άνθρωποι που τους άξιζε να ζήσουν μέχρι το τέλος τζείνο που ένοιωθαν, αφήκαν το παρατημένο να λήξει τόσο άδοξα... Και γιατί; Επειδή τζείνος ήταν απαισιόδοξος τζαι ματαιόδοξος όπως είπα τζαι πιο πάνω, είχε συνηθίσει στην μοναξιά του τζαι τη μιζέρια του... εν ξέρω τι να πω... Φυσικά κανένας εν μπορεί να ξέρει τι πραγματικά έγινε τζαι πως πραγματικά ένοιωσαν οι ίδιοι.  Τούτη εν η ιστορία τους που την δική μου οπτική γωνιά, μπορεί να έγραψα και κάποια πράματα που εν ισχύουν, πιθανόν, τούτα εκατάλαβα όμως.  Εξάλλου ο σκοπός της τέχνης είναι να προκαλεί συναισθήματα τζαι σκέψεις όποια τζαι αν είναι τούτα, εφόσον προβληματιζόμαστε τζαι ψάχνουμε το, κάτι σημαίνει.

Άμα τα σκέφτομαι νευριάζω κιόλας, ξέρω το, εν έχω δικαίωμα αλλά τούτο μου βκάλουν!  Γιατί δυο νέοι άνθρωποι να παρατήσουν έτσι τη ζωή τους... ναι η ζωή ένεν μόνο έρωτας... αλλά ο έρωτας εν ζωή! Τζαι εν κρίμα,  δύο πλάσματα γεμάτα ζωή, υγεία, αισθήματα, ούλλα τζιαμέ έτοιμα να τα χρησιμοποιήσουν, τραβούν πίσω τζαι παρατούν το... άμα το παραιτήσεις εννα σε παραιτήσει τζαι τζείνο τζαι εν τούτο που φοούμαι!

Η Πολυδούρη γράφει σε ένα γράμμα της προς τον Καρυωτάκη: "Είναι η μοίρα σου πολύ βαριά...αλλά, θεέ μου! Πόσο βαρύτερη είναι η δική μου...αν ήξερες... και να στεκόμαστε έτσι με άτονα τα χέρια εμείς με τη μεγάλη θέληση, μέχρι του σημείου να ζούμε μια ζωή τόσο τυραννική... να γινόμαστε τα παιχνίδια της κάθε μέρας που περνάει, της κάθε στιγμής".   




 Υ.Γ.: Νοιώθω πολλά μικρή για να μιλήσω και να κρίνω τούτους τους ανθρώπους και οποιονδήποτε.  Ήθελα όμως να γράψω για τούτη την ιστορία... Και η φωτογραφία είναι από την παραλία σήμερα το πρωί!