Τρίτη, 30 Αυγούστου 2011

Δεν φταιει κανείς


Φίλε επετάξαν μας έξω που το παιχνίδι. Εσέναν άλλοι τζαι εμέναν άλλοι! Τζαι τζιαμέ που πάεις να κάμεις ένα βήμα, ο ίδιος ο σατανάς αρπάσσει σε με τα χέρια του και τραβά σε πίσω.  Η φιγούρα που φοβάσαι από μωρό παιδί.  Οι οφειλέτες. Πάντα η μάμα μου έλεε μου να μεν τζοιμούμαι με την πόρτα της ντουλάπας ανοιχτή γιατί εννα κατεβούν οι οφειλέτες. Πόθεν εννα κατεβούν; Που τον ουρανό; Μάμα σε ποιους χρωστούμεν; Μάμα σε ποιόν χρωστώ εγώ;  Τι του χρωστώ; Την ψυσσιή μου; Διώ την...

Νοιώθω ένα χέρι να με κρατά που το σβέρκο, βάλλω ούλλη μου τη δύναμη να προχωρήσω μπροστά. Αν είμαι τυχερή και καταφέρω να κάνω ένα βήμα, το αόρατο χέρι με αρπάζει με τα μακριά του δάκτυλα και με μια γερή σπρωξιά με καθηλώνει στο πάτωμα.  Τότε γίνομαι μικρή, πολύ μικρή. Προσπαθώ να βάλω τα χέρια μου μπροστά και να σηκωθώ, να σταθώ στα πόδια μου.  Μα πριν προλάβω να κάνω την παραμικρή κίνηση με αρπάζει από τα μαλλιά και με σέρνει πίσω στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησε η πάλη μας.

Τότε αυτό με την αύρα του νικητή ρίχνει το πιο ανατριχιαστικό, το πιο παρανοϊκό του γέλιο, στροβιλίζεται στον αέρα και ρίχνει μια πυκνή ομίχλη γύρω μου.  Νοιώθω να βρίσκομαι σε μια χαοτική κατάσταση και να βουλιάζω... να βουλιάζω... να συρρικνώνομαι όλο και πιο πολύ. Μπαίνει στα μάτια μου, δεν μπορώ να δω τίποτα περισσότερο από τον λευκό χορό της.  Κι όμως...βλέπω! Βλέπω την μορφή σου να έρχεται προς εμένα. Τι ευτυχία! Προχωράς προς το μέρος μου! Προχωράς κι έρχεσαι... έρχεσαι... έρχεσαι... μα δεν φτάνεις ποτέ... Απλώνω το χέρι μα πως να σε φτάσω...

Κι εγώ κάθομαι κατάχαμα, σαν ένα παιδί που μόλις του πήραν μέσα από τα χέρια το αγαπημένο του παιχνίδι, αυτό που ήταν όλος του ο κόσμος.  Με ανακατεμένα μαλλιά και πρόσωπο βρεγμένο από τα δάκρυα, το μόνο που θέλω είναι ένα ζεστό καταφύγιο, να κάτσω εκεί και να κλάψω με όλη μου τη ψυχή για το χαμό του πολύτιμου μου παιχνιδιού.

Ξέρεις πως είναι... στέκεσαι μπροστά που ένα τοίχο ο οποίος εν έχει ούτε πόρτα, ούτε παράθυρα για να κρυφοκοιτάξεις, να δεις, να πάρεις ένα δείγμα για το πως είναι πίσω που τούτο το τοίχο.  Τον τοίχο τον παλιότοιχο...  ακούεις όμορφες μελωδίες τζαι στα ρουθούνια σου έρκεται μια μυρωδιά ευχάριστη. Είσαι σίγουρος πως πίσω που τούτο το τοίχο υπάρχει κάτι μαγικό, πέρα που την πραγματικότητα. Θέλεις να βουρήσεις με ούλλη σου τη δύναμη τζαι να περάσεις μέσα που τούτο το τοίχο, φτάνει να βρεθείς τζιαμέ.  Με τη σύγκρουση το πιο πιθανό είναι να γεμώσεις μώλωπες, άτε να σπάσεις τζαι κανένα κόκαλο. Μητσί το κακό. Προς το παρόν έδωκα πας τον τοίχο αλλά εν νοιώθω να έσπασα τα μούτρα μου, μάλλον ένα κομμάτι εκατάφερε τζαι επέρασε όπως το φάντασμα μέσα, μόνο που εν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς γίνεται ποτζί.

Αν θα περνούσα όμως εν θα με έκοφτε για το τι θα αντιμετώπιζα. Ας είχε φωτιές, ήταν να τες έσβηνα. Ας εγίνουνταν καταιγίδες, ήταν να έβρω ένα τρόπο να προστατευτώ.  Ας μεν είναι ομαλό το έδαφος, ας ήταν κινούμενη άμμος. Ήταν να το παλέψω.  Εν επέρασα όμως. Έμεινα να χάσκω μπροστά στον τοίχο τον παλιότοιχο... Τυχερή τζείνη που κατάφερε να περάσει που τον συγκεκριμένο τοίχο...
 .

Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

Αναθεώρηση


Εσκέφτηκα το αρκετά... Rock and roll… εν μεγάλη κουβέντα.  Τελικά τίποτε εν ξέρω τζαι εν κρίμα να κακοποιώ τον όρο. Οπότε είπα να το αλλάξω... Θα το κάμω ρόκα!! Πολλά ωραίο λαχανικό και πιστεύκω ταιριάζει μου. Είμαι ένα φκιόρο που προσπαθεί να ακούσει rock and roll.
Τον τίτλο του μπλογκ εννα τον αλλάξω. Θα τον κάμω "Σήμερα η ζωή στη γη θα ‘ναι πολύ ωραία".  Ούτε εγώ είμαι το πιο αισιόδοξο πλάσμα, θα ήθελα να είμαι όμως τζαι εννα ήθελα να είσαστε τζαι εσείς! Ποιος λαλεί ότι ούλλα γίνουνται για κάποιο λόγο; Μπορεί να είναι όντως έτσι.  Τζαι τα καλά τζαι τα κακά... που ούλλα κάτι εννα μάθουμε.  Κάποιοι κάμνουν μιαν αρχή, κάποιοι απλά επιστρέφουν. Μην ξεχνάς πως τα διαμάντια επεξεργάζονται σε υψηλές θερμοκρασίες.    

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

Το κόκκινο μπαλόνι


Γράφω με το φως της αυγής.  Ξημερώνει ... για άλλη μια μέρα θα είμαι άυπνη. Προσπάθησα να κοιμηθώ αλλά πρώτα ήρθε ο λυγμός.  Αναπάντεχος, γρήγορος, ανέβηκε από το στομάχι και στάθηκε στο λακκάκι, εκείνο που έχουμε στο λαιμό.  Εκεί που κάθεται το μαργαριτάρι σαν φυλακτό.  Ύστερα τραντάχτηκε το σώμα μου ολόκληρο και το στήθος μου ανεβοκατέβαινε μανιασμένο λες και ένα μεγάλο τέρας πάλευε εκεί μέσα να λευτερωθεί. Τα μάτια στεγνά... τα δάκρυα στερέψανε... αλλά όχι… το τέρας έγινε βροχοποιός, έφερε ξανά τα δάκρυα στα μάτια μου.  Αλύπητα, στυγνά.

Δυστυχώς θυμάμαι την τελευταία φορά που έκλαψα έτσι.  Ένας άλλος διάολος ήρθε και έβαλε μια πλάκα στο στήθος μου που δεν με άφηνε να αναπνεύσω. Τρία μερόνυχτα δεν με είχε αφήσει σε ησυχία.  Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω πως γλίτωσα τότε. Πως τα κοράκια με τα γαμψά νύχια δεν με έριξαν σε κάποιο άσπρο κελί.  Τότε ήταν διαφορετικές οι καταστάσεις, δεν ήταν το τέρας που πάλευε να λευτερωθεί αλλά ένα τέρας που πάλευε να μείνει. Από τότε πίστευα πως τίποτα και κανένας δεν θα μπορέσει ποτέ να με ρίξει έτσι.

Δεν το χωράει ο νους μου, το σώμα μου αρνείται να καταλάβει, η καρδιά δεν αποδέχεται.  Πως κάτι τόσο όμορφο καταντάει εφιάλτης, πως μια σκέψη γίνεται εμμονή, πως ένα όνειρο καταρρέει, πως τα σωθικά σου γίνονται ένα κουβάρι. 

Έλα και κάθισε για λίγο εδώ κοντά μου, πες μου ένα παραμύθι ν’ αποκοιμηθώ.  Χάρισε μου ένα χάδι, ψιθύρισε μου λόγια όμορφα, χίλιες φορές παραμύθια αφού την αλήθεια την ξέρει και ένα παιδί... τραγούδησε μου ένα νανούρισμα..."Αγιά Μαρίνα τζαι τζυρά..."  που μου ελάλεν η μάμα μου που ήμουν μωρό.  Έγινα μικρή...νομίζω πως μπορώ να χωρέσω στην αγκαλιά σου.  Το μαξιλάρι βράχηκε... και από τις δυο πλευρές. Θα είμαι πάντα σαν εκείνο το κοριτσάκι που κυνηγάει το κόκκινο μπαλόνι.

Ο βροχοποιός... ο πρώτος κεραυνός από μακριά ακουγότανε...διαμαντένιος ο ουρανός τ’ άστρα στα μάτια της γυαλίζανε... εκατάλαβες το ότι είπες έναν που τους πιο ρομαντικούς στοίχους που θα μπορούσες να πεις τζείνην την ώρα; Έπρεπε να σου το πω ότι νοιώθω σαν να με μαγέψανε... Θέλω να με κοιτάζεις πάντα με τζείνα τα μάτια τζαι τζείνο το χαμόγελο...  θέλω να σε έχω δίπλα μου, να μεν μου μιλάς, απλά να είσαι τζιαμέ...να σε νοιώθω...να σε αγγίζω... να σε αγκαλιάζω... Όταν με κοιτάς μ’ αυτά τα μάτια ο πόνος έστω και για λίγο σταματάει....

Το θέμα είναι πως όταν είμαι γύρω σου, κοντά σου, σου μιλάω, γελάμε, τα ξεχνάω όλα, γίνομαι άλλος άνθρωπος.  Από την πρώτη στιγμή όμως που συζητάμε να χωριστούμε σαν να αρχίζει η γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου.  Νοιώθω να λυγίζουν τα γόνατα μου όλο και πιο πολύ σε κάθε λέξη που λες και φεύγει, χάνεται, την παίρνει ο άνεμος, κάθε λεπτό, κάθε δευτερόλεπτο που ξέρω ότι έρχεται η ώρα που θα σε κοιτάζω να φεύγεις.  Θα απομακρυνθούμε... από το πρώτο βήμα που κάνεις μακριά μου το νοιώθω... ένα κομμάτι ξεριζώνεται κάθε φορά από μένα και γαντζώνεται από πάνω σου. Το σέρνεις μαζί σου χωρίς να το καταλαβαίνεις.  Του δείχνεις τους δρόμους που οδηγούν στα λημέρια σου, στη θάλασσα σου, στο σπίτι σου, στο δωμάτιο σου. Και εγώ χαμηλώνω το κεφάλι και αποχωρώ... παίρνω τον δρόμο του γυρισμού...  Να ξέρεις ότι πάντα θα με έχεις μαζί σου, εγώ εδώ θα είμαι. Να προσέχεις.            

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2011

Αλήθειες


Αλήθειες που δεν παραδέχομαι ούτε καν στον εαυτό μου...  Νομίζω εν ώρα να κάμω έναν απολογισμό και κάποιες αλλαγές. Τι κάμνεις; Που πάεις; Εν είσαι σοβαρή! Ένα μάθημα! Ένα μάθημα τζαι εν εκατάφερες να το περάσεις. Άχρηστη! Άχρηστη! Σοβαρεύτου! Εν γίνεται να τα έχεις ούλλα έτοιμα! Ούτε να καρτεράς να περάσει η μπόρα πάντα οριακά.  Πρέπει να προσπαθήσεις! Τάραξε! Σήκου που την καρέκλα σου! Προχώρα! Δε το δρόμο! Εν θέλεις να καταλήξεις σε αδιέξοδο! Πάρε τη ζωή σου στα χέρια σου! Βάλε πείσμα, βάλε στόχους, κάμε όνειρα! Οι έρωτες σε μαράναν! Παλαβή! Κατέβα! Κατέβα που το σύννεφο! Άφηστες πεταλουδίτσες, τα λουλουδάκια, τα φεγγάρκα τζαι τες θάλασσες! Άχρηστη! Κατέβα! Σκάσε! Πήεννε έβρε δουλειά! Ότι να ‘ναι. Πέραστο μάθημα! Κάμε ότι χρειάζεται τζαι φύε για μεταπτυχιακό! Μεν μείνεις κλεισμένη στο καβούκι σου! Κάμε νέα πράματα! Ζήσε! Ηλίθια! Οι έρωτες σε μαράναν! Δκιό κουβέντες εν ξέρεις να γράψεις! Κάμνεις πως δκιαβάζεις τζαι βιβλία που ποττέ εν αθυμάσαι. Τάραξε! Ένεν ζωή τούτη που κάμνεις! Τεμπέλα! Έννα κατεβεί νομίζεις κανένας που τούτους ούλλους που ακούεις να σου έβρει δουλειά; Σήκου! Τάραξε! Κάμε κάτι! Παρπάτα! Αν συνεχίσεις έτσι έννα γίνεις στόκος! Φύε να δεις νέα πράματα! Πράματα τζαι θάμματα! Φύε! Τι κάμνεις δαμέ; Εν με βοηθάς...εν με βοηθάς! Λυπήθου την...λυπήθου την τη μάνα σου...εν αντροπή τόσων χρονών γαούρα όσον να της φυσάς μες τα μάθκια... Κανεί! Σήκου! Τάνα της! Εκατάλαβες το ότι εξελίσσεσαι σε τζείνους που περιπέζεις;  Τούτο θέλεις στη ζωή σου; Τούτο έχεις στο νου σου;  Πρέπει να αποδείξεις στον εαυτό σου πρώτα ότι αξίζεις! Πρέπει να αποδείξεις στους άλλους ότι αξίζεις! Κάμε περήφανη τη μάνα σου που έγινεν κομμάθκια να σε σπουδάσει.  Άφηστην να παίζει την δυνατή τζαι ότι αντέχει...ξέρει το ότι μέρα με τη μέρα σπάζει σε κομμάθκια που εν συναρμολογούνται ξανά.  Που τα τριανταπέντε της ασπρίσαν τα μαλλιά της.  Λυπήθου την... λυπήθου τον εαυτό σου! Ένεν ζωή τούτη για έναν νέο άνθρωπο! Πρέπει να κάμεις νέα πράματα. Για τον εαυτό σου πρώτα. Όι για το σύστημα. Κωλοσύστημα!  Μόνο αν έχεις πέντε σελίδες βιογραφικό τότε είσαι άξιος λόγου.  Ξύπνα τζαι τζείνη η μια εν με το ζόρι που φκαίνει! Εκούρασες με! Τάραξε!
Rocknrollheart μίσσιμου! Νάμπουν τούτη η μαλακία; Ζωύφιον να το κάμεις!  Ζωύφιο είσαι! Λάθος...λάθος... ούλλα έκαμες τα λάθος... τζαι παραδέχτου το ότι ήβρες τα ούλλα έτοιμα... κάμε κάτι! Ήθελες μου τζαι έρωτες! Επήρες το κοπελλούι στο λαιμό σου! Παλαβή! Παρέτα τζαι εν κάμνεις! Παρέτα!
Ούλλα φταίουν σου... γιατί εν το κατάλαβες που πριν ότι εσύ είσαι ο φταίχτης; Γιατί;  Εσύ πρέπει να αλλάξεις.  Πρέπει να αλλάξεις! Έφυες! Τζαι συγκεντρώθου! Φέρτα μίλια σου! Κανένας εν θα σε σώσει. Είσαι μόνη σου! Κανένας! Ακουεις; Αηδίασα σε! Αηδίασα σε! Τι νομίζεις ότι κάμνεις; Ξέρεις τι είσαι; Μια άχρηστη! Αν εμπορούσα ήταν να μου εδίουν τζαι δκιό ξεγυρισμένους πάτσους να φέρω τα μίλια μου!
Άτε κανεί! Δώκε μέσα τωρά! Με δύναμη! Τζαι ποττέ μεν υποτιμάς κανέναν, ούτε να εξυψώνεις... τζαι να στέκεσαι στο ύψος σου! Bitch! Game is on bitch!

        

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Είναι που όλα ήρθαν αργά



Λυπάμαι που δεν έγινα μια θάλασσα για σένα
να με κοιτάς νοσταλγικά με τα μαλλιά βρεγμένα.

Λυπάμαι που δεν έγινα Σαχάρα να ουρλιάζεις
κάτω από τ' άστρα από χαρά να κλαις,ν' ανατριχιάζεις.

Λυπάμαι που δεν έγινα βράχος να ξαποστάσεις,
βότσαλο αψηλάφητο να σκύψεις να το πιάσεις.

Είναι που όλα ήρθαν αργά και πώς να συνηθίσω
την άπειρή σου ομορφιά, τον τρυφερό σου ίσκιο.

Είναι που όλα ήρθαν αργά και πώς να συνηθίσω
την άπειρή σου ομορφιά,μαράθηκα πριν ζήσω.