Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Join the resistance, fall in love!

Σε μια απρόσμενη στιγμή λεει μου η Lee: "Γιατί χαμογελάς;"
"Εγώ;  Εχαμογέλασα τωρά;"
"Ναι."
"Μα σοβαρά;  Εσκέφτουμουν τον..."


 Άλλοτε έρχεται το βράδυ,  έρχεται μέσα στο μικρό δωμάτιο μου και ανάβει τον προβολέα που φωτίζει στο βυθό όσα έχω κρύψει, όσα δεν πρόλαβα να πω και προσπαθώ προτού με πνίξει να κολυμπήσω στην ακτή και να σε δω να ζωγραφίζεις πάλι στην άμμο με κλαδιά και να μου λες ότι αρχίζεις  να συνηθίζεις κι ότι δε φοβάσαι πια...

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Ήσουνα εκεί

Ήσουν παρών, κι ήμουν κομμένη στα δυο.  Ορκίζομαι...  ήσουν δίπλα μου σε μια μαγική, σε μια φανταστική στιγμή, μια καταπληκτική στιγμή,  στην άμμο.  Σε έβλεπα, ήμασταν σε απόσταση αναπνοής, σε άγγιζα.  Το κεφάλι, τα χέρια, τα πόδια.  Είσαι σαν μια παιδική ζωγραφιά βγαλμένη από ένα μαγικό παραμύθι, σαν αυτό του εγωιστή γίγαντα.  Σου μιλούσα, σου έλεγα ιστορίες για μια απέραντη θάλασσα.  Πότε ήταν ήρεμη, πότε φουρτουνιασμένη.  Ποτέ δεν θα την δεις ακίνητη, ήρεμη ναι αλλά όχι ακίνητη.  Σκέφτηκες ποτέ πόσα είδε αυτή η θάλασσα και δεν μπορεί να τα πει;  Πόσες ζωές τρέφει στα σπλάχνα της, πόσες κατάπιε, πόσες ρούφηξε στο πάτο;  Πόσες ψυχές της εξομολογήθηκαν μυστικά μεγάλα τις νύχτες που χορεύουν σαν άυλες φιγούρες στην επιφάνεια της;  Πόσα δάκρυα την πότισαν τις νύχτες του γυρισμού τραγουδώντας "φρέσκο το χώμα, βροχή έχει πέσει τα φύλλα ξερά, υγρά τα μάτια μου είναι νομίζω πως θέλω να κλάψω... είναι καιρός που φέρνει τον έναν στον άλλον κοντά, είναι καιρός που χωρίζουν οι σκέψεις και μένουμε μόνοι..." ;  Ή ακόμα σε πόσες χαρές ήταν και αυτή στο κόλπο;  Πόσα και πόσα ξέρει η θάλασσα που αν μπορούσε να τα γράψει θα αράδιαζε τόμους ολόκληρους...

Αλήθεια;  Ξέρεις την ιστορία του εγωιστή γίγαντα;  Ήταν λεει ο κύριος γίγαντας που ζούσε σε ένα τεράστιο κάστρο με έναν πανέμορφο κήπο με ροδακινιές και καταπράσινο γρασίδι.  Αυτός έλειπε για αρκετά χρόνια και κάποια παιδιά που ανακάλυψαν αυτόν τον υπέροχο κήπο, όπου οι ανθοί από τις ροδακινιές άπλωναν το άρωμα τους και τα πουλιά τραγουδούσαν γλυκά, πήγαιναν και έπαιζαν συνέχεια εκεί.  Ώσπου μια μέρα επιστρέφει ο γίγαντας και δεν του αρέσει που βλέπει όλα αυτά τα παιδιά να παίζουν στον δικό του κήπο.  Έτσι τα διώχνει και φράζει τον κήπο για να μην μπορεί να μπει κανένας μέσα.  Έρχεται ο χειμώνας και ο γίγαντας ζει μόνος στο κάστρο με τον αέρα, τις βροχές και τα χιόνια.  Περνούν πολλοί μήνες και ο χειμώνας δεν λεει να φύγει.  Κάποιο πρωινό ο γίγαντας ξυπνά από μια υπέροχη μουσική, από το γλυκό κελάηδημα μιας καρδερίνας.  Κοιτάζει έξω από το παράθυρο και τι να δει;  Τα παιδιά κατάφεραν να μπουν στον κήπο από μια χαραμάδα στο φράκτη και να φέρουν μαζί τους την άνοιξη στον όμορφο κήπο.  Τότε κατάλαβε πόσο εγωιστής ήταν που δεν άφηνε τα παιδιά να μπουν στον κήπο του και μετάνιωσε πραγματικά.  Πήρε ένα τσεκούρι και γκρέμισε το φράκτη και άφηνε από τότε τα παιδιά να παίζουν ελεύθερα στον κήπο του και τότε ήταν και αυτός ευτυχισμένος. 

Και ο Παυλίδης τραγουδά για τον κηπουρό:  Μέσα στον κήπο της δικιάς μου μοναξιάς κάτι παιδιά που γκρέμισαν το φράχτη μου 'παν σε είδαν πάλι απ' έξω να περνάς και έπειτα είπαν "η αγάπη θα 'ρθει, θα 'ρθει"... Θα 'ρθει, ένα απόγευμα ζεστό θα μπει στον κήπο αυτό όλο το φως που υπάρχει...

Σου άρεσε η ιστορία;  Γιατί δεν μου μιλάς;  Άραγε εσύ θα μου αφήσεις μια χαραμάδα ανοιχτή για να μπω στον κήπο σου;  Αν θέλεις έλα μαζί μου, στον πλανήτη μου, πέρα από τα άστρα είναι η δικιά μου γειτονιά.  Δεν είσαι μόνος, δεν είσαι ο μόνος, όλα είναι δρόμος...  Lets just breathe

Και ξαφνικά σαν να θύμωσε μαζί μου η θάλασσα, έστειλε ένα μεγάλο κύμα κοντά μας και σε έσβησε...  Κάτι θα ξέρει....



Έτσι κι αλλιώς τα πράγματα θα κυλήσουν όπως θέλουν αυτά.  Η ζωή ξέρει...


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Τι να πω...

Σάμπως έχω τίποτε να πω;  Μπορεί να έχω πολλά, μπορεί να μεν έχω τίποτε.  Έννα  το μάθω τούτο ποττέ άραγε ή έννα πάει και τούτος ο χρόνος χαμένος τζαι εγώ να κάθουμαι άπραγη;  Εννα έβρω τα κότσια να το πω ή εννα το κρατήσω μέσα μου, να με τρωει, να με τρώει, να μεν ξέρω που να το βκάλω τζαι να αρχίσω τες μαλακίες πάλε;  Κι αν έχω τα κότσια να το πω αλλά η λογική, που ως τωρά εν την έλαβα και πολλά υπόψη, συγκρατήσει με;  Τι λαλώ ρε γαμώτο;  Αφού ποττέ εν εκατάφερα να κρατήσω τίποτε μέσα μου, ούτε τωρά με βλέπω να τα κρατώ.  Είμαι μιτσιά.  Ο νους μου έπρεπε να εν αλλού.  Στο να καταφέρω επιτέλους να πιάσω τζείνο το χαρτί, να έβρω καμιά δουλειά, να προσκολιστώ με κάτι.  Στάθου στα πόδκια σου για  να καταφέρεις να πεις τζείνο που θέλεις και να σε ακούσει ο άλλος.  Ο ιχθύς λεει μπορεί να περάσει ούλλη του τη ζωή σε ένα μπαρ, να πίνει και να λεει ότι σκέφτεται το μέλλον του.  Έτσι νοιώθω.  Ζωύφιο, ένα ενοχλητικό ζωύφιο.  Η μήπως εν θα τα καταφέρω ούτε τούτο να γίνω;  Ήνταλως  τα κατάφερα έτσι ρε φίλε;  Που παω;  Χα! Πούποτε. Μινίσκω σπίτι.  Και τι κατάλαβες;  Κωλύομαι να σου πω!  Τι δεν κατάλαβες;    Δεν κατάλαβα πως στο διάολο θα έβγαζα τη νύχτα αν πήγαινα καφέ, ντυμένη, βαμμένη, καθισμένη προσεκτικά σε μια πολυθρόνα να ρεμβάζω έξω.  Να περνούν αυτοκίνητα και μηχανές.  Να εύχομαι σε κάθε μια να είμαι εγώ επιβάτης και να με πάρουν όπου θέλουν.  Χωρίς οδηγό, στο τέρμα η μουσική, να περνώ από δρόμους σκοτεινούς, δεν με νοιάζει, φτάνει να μην βλέπω κανέναν.  Δεν μας χέζεις ρε μαλάκα εσύ με τα ράστα που νομίζεις πως είσαι και αντιεξουσιαστής!  Ηλίθιε!!  Χα! Ποια μίλησε! Χα!  Φεύγω.  Θα πάω στον πλανήτη μου. Θα γίνω και εγώ αερικό.  Θα καταφέρω να στοιχειώσω την σκέψη σου;  Πολύ αμφιβάλλω.            

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Life is a beach

Σαν τη θάλασσα εν έσσει!!  Ψάθα μου, αντηλιακό μου, ρακέτες και φύαμε!!!  Όποτε πάω θάλασσα νοιώθω όπως το μωρό που έννα πάει λούνα παρκ, κρατεί με μια υπερένταση και προσπαθώ να φτάσω όσο πιο γλήορα γίνεται.  Φεύκω που σπίτι όπως όπως και σε δέκα λεπτά είμαι τζιαμέ.  Ξαπολώ το αυτοκίνητο όπου να ‘ναι, κατεβαίνω, φτάνω στην παραλία, αφήνω τα ούλλα χαμέ, βκάλω ρούχα και βουτώ!  Απόλαυση!  Ειδικά τούτες τες μέρες εν πολλά ζεστή η θάλασσα.  Πιτσαλίζω λίο ποτζί, λίο ποδά, να κολυμπήσω ένι μπορώ γιατί έχει πολλά κύματα.  Βγαίνω και πέφτω πάνω στην άμμο.  Το πιο σπαστικό εν τα γυαλιά που ξιμαρίζουνται συνέχεια, όμως εν μπορείς χωρίς τζείνα.  Τελικά βαρκούμαι να βάλω αντηλιακό.  Κάθουμαι στην άμμο και φακκά μου το κύμα.  Γεμώνει το μαγιό μου μισό κιλό άμμο.  Βουτώ ξανά να καθαριστώ και παίζουμε ρακέτες.    Μεν φανταστείς... ποτζίνες τες ελαφριές που παίζουν τα μωρά, αλλά έχουν πολλή πλάκα.  Πάντως πάλε κάμνεις γυμναστική γιατί έχει τρείς μέρες που επιαστήκαν τα κωλομέρκα μου και κωλύομαι να κάτσω.  Αναλόγως σήμερα εν πονώ...που σημαίνει έγινα φιτ;;  Στην πολλή την ώρα βαρκούμαστε, πόσο να βουράς τζείνη την μαππούα!  Η συμπαίκτης απλώνεται την μαρμελάδα της και εγώ πάω περίπατο.  Δυστυχώς στη θάλασσα μας εν βρίσκεις κοχύλια έτσι εν έχεις και τίποτε ιδιαίτερο να κάμεις.  Βρίσκεις κανένα γνωστό, μιλάς, προσκολιέσαι. 
Ύστερα πάλε απλώνω πας την άμμο.  Ο ήλιος είχε αρχίσει να πέφτει και εγώ αποφάσισα πως θέλω να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου: Ξάπλα στην παραλία, να μου φακκά το κύμα, το ζεστό το αερούι, ο ήλιος και να βλέπω τον ουρανό να αρχίζει να χρωματίζεται πορτοκαλί!  Αυτή είναι ζωή!  Ας φακκούν τηλέφωνα, ας περνούν γνωστοί, άγνωστοι.  Να σταματήσει ο χρόνος σε τζείνη τη στιγμή, να με αφήκει τζιαμέ και μετά όπου θέλει ας πάει!  Το νερούι πότε απλά έρκεται ως τα δάκτυλα των ποδιών μου, πότε ως τη μέση, πότε καλύπτει με ολόκληρη.  Έρχεται και φεύγει....έρχεται και φεύγει.... όπως η σκέψη σου που έρχεται ειδικά αυτές τις ώρες και προσπαθώ να την διώξω.  Όπως οι άλλες σκέψεις...τα όνειρα... αυτά που λεει είμαστε μαζί στην παραλία εκείνη την τέλεια, την καταραμένη στιγμή!     

Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Λευκή καταιγίδα

Τι να πω για όλα αυτά που έγιναν...  Τα βλέπω από μακριά, ένας θεατής ανήμπορος να δράσει.  Να δράσει  να κάνει τι;  Νοιώθω πολύ μικρή ακόμα και να το συζητήσω.  Ακούω διάφορες γνώμες, όλοι έγιναν ειδήμονες...  Καλά ταξίδια σε αυτούς που έφυγαν. 

Τι περιμένω;  Κάθομαι στη βεράντα μου χωρίς φώτα, μόνο το λαπτοπ ανοιχτό και η ενοχλητική λάμπα που το δρόμο.  Δαμέ στο χωριό έχει μια δροσιούα...είχα πάει και θάλασσα σήμερα, εν ότι πρέπει.  Έχει και ένα φεγγάρι...ενι ξέρω αν εν πανσέληνος αλλά εν ολόφωτο.  Θέλω απλά να κάτσω μιαν αναπαυτική και να το θωρώ.  Και η μοναξιά τελικά έχει τη δική της γλύκα, έχει καιρό να νοιώσω τόσο ήρεμη.  Εν ησυχία, κανένας εν κινείται, εν σκέφτομαι τίποτε.  Λαλείς τελικά να αγαπήσω την μοναξιά μου για να φύει;  Πρέπει να μου πει τι θέλει πάντως για να ξέρω, εν γίνεται να συνεχιστεί τούτη η κατάσταση!  

Ένεν ότι εν έχω τίποτε να κάμνω, άμα θέλω βρίσκω να κάμνω πράματα αλλά με το ζόρι.  Πράματα που εν με γεμίζουν και κάμνω τα με το κούντημα ή ακόμα και οι εξόδοι εν με άτομα που εν μας δένουν και πολλά πράματα που στην τελική νομίζω εν λλίο ανούσιο. 

Με τες μουσικές μου νομίζω έχασα λίο επαφή.  Ακούω τα ίδια και τα ίδια και αποφάσισα να αρχίσω να ακούω καινούρια πράματα.  Σαν να μεν έχω όρεξη ούτε συναυλίες να πάω, ούτε έξω να βγω.  Συνέχεια καρτερώ την ώρα να πάω για ύπνο για να διαβάσω 2-3 σελίδες που ένα βιβλίο και να ποτζοιμηθώ.  Τι περιμένω;




Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Πνίουμαι

Πιάνει με πολλά συχνά τούτο το συναίσθημα.  Τουλάχιστον τα τελευταία 3-4 χρόνια.  Εν υπερβάλλω.  Με διαλείμματα, μπορεί.  Κάθουμαι στον καναπέ και θέλω να βουλιάξω όσο πιο βαθιά γίνεται, να με ρουφήσει να φύω που δαμέ!  Που επήαν ούλλοι ρε γαμώτο άμα θέλεις να πάεις ένα περίπατο;  Που εχαθήκαν ούλλοι άμα θέλεις να μιλήσεις με "ένα" πλάσμα;  Έκαμα τόσα πράματα τες τελευταίες δυο εβδομάδες κι όμως εν έχω όρεξη να κάτσω να τα γράψω.  Ίσως αργότερα.  Απλά είπα να δώσω το παρόν μου.  Η μόνη καλή συντροφιά είναι το βιβλίο μου και ο ύπνος τωρά που το σκέφτομαι.  Τζοιμούμαι δεκάωρο σίουρα και διερωτούμαι: εν φυσιολογικό;  Ένιγουεϊ.  Εν με κόφτει.